Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

be seated


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο seated παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: be
Σε αυτή τη σελίδα: seated, seat

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
seated adj (in a sitting position)καθιστός επίθ
  που κάθεται περίφρ
 The children were seated on the floor, playing a game.
 Τα παιδιά ήταν καθιστά στο πάτωμα, παίζοντας ένα παιχνίδι.
 Τα παιδιά κάθονταν στο πάτωμα, παίζοντας ένα παιχνίδι.
seated adj (situated, located)που βρίσκεται, που είναι περίφρ
 The building is seated at the corner of Main Street and Maple Street.
seated adj (hall: with seating)που διαθέτει καθίσματα περίφρ
 All football stadiums in the UK now have to be seated.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
seat n (space in a vehicle)θέση ουσ θηλ
 I prefer to sit in the passenger's seat.
 Προτιμώ να κάθομαι στη θέση του συνοδηγού.
seat n often plural (bus, plane, car: place to sit)θέση ουσ θηλ
 The bus was so crowded that I could not find a seat.
 Το λεωφορείο ήταν τόσο γεμάτο που δεν μπόρεσα να βρω θέση.
seat n often plural (chair, place to sit)κάθισμα ουσ ουδ
  καρέκλα ουσ θηλ
  (ευρύτερα)θέση ουσ θηλ
 Are there enough seats in the room?
 Υπάρχουν αρκετά καθίσματα στο δωμάτιο;
seat n (part of a chair you sit on)κάθισμα ουσ ουδ
 The woven seat was worn through.
 Το υφαντό κάθισμα ήταν φθαρμένο.
seat [sb] vtr (provide with seating)βάζω να καθίσει περίφρ
  καθίζω ρ μ
  κάθομαι ρ αμ
 We've not enough chairs to seat them.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με έβαλε να καθίσω δίπλα της και άρχισε να μου λέει πως πρέπει να είμαι καλό και υπάκουο παιδί.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με κάθισε δίπλα της και άρχισε να μου λέει πως πρέπει να είμαι καλό και υπάκουο παιδί.
 Δεν έχουμε αρκετές καρέκλες για να καθίσει όλη η ομάδα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
seat n (event location)τόπος διεξαγωγής φρ ως ουσ αρσ
  τοποθεσία ουσ θηλ
 The seat of the annual meeting was usually in the countryside.
seat n (law: government site)έδρα ουσ θηλ
 File the report at the county seat.
seat n (event entry)εισιτήριο ουσ ουδ
  θέση ουσ θηλ
 Do you have seats for the Broncos' game?
 Έχετε εισιτήρια για τον αγώνα;
 Έχετε κλείσει θέσεις για τον αγώνα;
seat n (part of pants covering the buttocks) (εκεί που είναι οι τσέπες)πίσω μέρος φρ ως ουσ ουδ
  (μτφ, ανεπίσημο, χυδαίο)κώλος ουσ αρσ
 She ripped a hole in the seat of her trousers.
seat n (saddle of a bicycle)σέλα ουσ θηλ
 New bicycles have padded seats.
seat n (place of learning)έδρα ουσ θηλ
 That building is the seat of the college of liberal arts and sciences.
seat n informal (buttocks) (γλουτοί)πισινός ουσ αρσ
  (μτφ, ανεπίσημο, χυδαίο)κώλος ουσ αρσ
 All your lazy kid needs is a kick in the seat.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με 2-3 ξυλιές στον πισινό, να δεις πώς θα κάτσει ήσυχα!
seat n (law: headquarters)έδρα ουσ θηλ
 The county seat is in Columbia.
seat n (government position)αξίωμα ουσ ουδ
 That MP has held his seat for thirty years.
seat [sth] vtr (place)τοποθετώ, βάζω ρ μ
 Hal seated the gun firmly in its case.
seat [sb] vtr ([sb]: install)διορίζω ρ μ
  (εγώ ο ίδιος)διορίζομαι ρ αμ
 He was seated as project manager.
 Τον διόρισαν διαχειριστή έργου.
 Διορίστηκε διαχειριστής έργου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
seated | seat
ΑγγλικάΕλληνικά
deep-seated adj figurative (emotion: firmly implanted) (για συναισθήματα)εδραιωμένος, ριζωμένος μτχ πρκ
  βαθιά ριζωμένος φρ ως επίθ
 Children have a deep-seated need to be loved.
fully seated,
fully-seated
adj
(venue: with no standing area) (αίθουσα, χώρος)μόνο για καθήμενους περίφρ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adjective before a noun
fully seated,
fully-seated
adj
(show: with only seated places) (εκδήλωση)μόνο για καθήμενους περίφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
remain seated vi + adj (stay sitting down)παραμένω καθιστός, παραμένω στη θέση μου ρ αμ
 Please remain seated until the bus comes to a complete stop.
 Παρακαλώ παραμείνετε στις θέσεις σας έως το λεωφορείο να σταματήσει εντελώς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'be seated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
sit

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση be seated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «be seated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!